Σάββατο, 17 Νοεμβρίου 2007

Έτσι είναι οι μαϊμούδες , περίεργες κι επιπόλαιες. Το μυαλό τους πετάει από εικόνα σ’ εντύπωση…

Ο ήλιος ήταν ακόμα ψηλά όταν φούνταραν ως ένα μίλι έξω από το νησάκι. Έβαλαν το κασόνι στην μεγάλη βάρκα και την κατέβασαν στην θάλασσα. Μαζί πήγαν ο Γιάννης , ο καπετάν Μανόλης , ο μαρκονιστής κι έξι ναύτες. Προχώρησαν με τα κουπιά , προσέχοντας μην πέσουν στις ξέρες που τριγυρνούν αυτά τα κοραλλιογενή νησάκια. Καθώς κόντευαν στην παραλία με τους κοκκοφοίνικες , άκουσαν φωνές παράξενες , σκουξίματα , γρυλίσματα. Κοίταξαν κι είδαν πως οι μαϊμούδες –χιλιάδες μαϊμούδες – έφευγαν κατατρομαγμένες , σαλτάροντας από δέντρο σε δέντρο.
---Πρώτη φορά βλέπουν ανθρώπους , είπε ο μαρκονιστής.
Μα κανείς δεν του αποκρίθηκε.
Η βάρκα κάθισε μαλακά στην αμμουδιά. Σήκωσαν το κασόνι , το ξεμπάρκαραν και τ’ αποθέσαν στην άμμο.
Ύστερα κοίταξαν ολόγυρα.
---Που να σκάψουμε τον λάκκο; ρώτησε ο μαρκονιστής.
---Για να δούμε , είπε ο Γιάννης
Προχώρησαν μέσα στον δάσος , ψάχνοντας να βρουν κατάλληλο μέρος. Σκόρπησαν εδώ και εκεί. Οι ναύτες μάζεψαν καρύδες , τις τρύπησαν και ρούφαγαν το χλιαρό χυμό τους.
---Καπετάν Γιάννη! φώναξε ο μαρκόνιος. Έλα εδώ να ιδείς!
Όλοι πήγαν κοντά. Ήταν ο τάφος κάποιου ναύτη , που πέθανε κι αυτός στις αφιλόξενες θάλασσες.
---Εδώ να τον θάψουμε. Να έχει παρέα.
Ο ήλιος κατέβαινε σιγανά στον ορίζοντα. Άρχισε κιόλας να κοκκινίζει καθώς έμπαινε μέσα στη χαμηλή καταχνιά. Η θάλασσα έμοιαζε με γάλα πηχτό, κιτρινωπό. Με έμπυο.
---Ενάμισι μέτρο. Καλά είναι , ακούστηκε να λέει κάποιος.
Ο Γιάννης σηκώθηκε και εξέτασε τον λάκκο.
---Καλά είναι. Άιντε να τον φέρουμε.

Πήγαν στην αμμουδιά. Έπιασαν το κασόνι , το σήκωσαν στους ωμούς και τράβηξαν κατά το δάσος. Από πίσω , ο Γιάννης κι ο μαρκόνιος κρατούσαν τον καπετάν Μανόλη , που δεν μπορούσε να περπατήσει.
---Κουράγιο, του έλεγαν. Κουράγιο…
Τα συνηθισμένα που λέει όλος ο κόσμος σε αυτές τις περιστάσεις. Ο γραμματικός κοντανάσαινε , βογκούσε κι όλο έλεγε:
---Τι θα πω στη μάνα σου , μωρέ; Τι θα πω;
Όταν ο Γιάννης είπε το «Δεύτε τελευταίον ασπασμόν» , όλοι κοιτάχτηκαν στεναχωρημένοι.
Το καπάκι , ξεφεύγοντας από τα χέρια του καπετάν Μανόλη , έπεσε στραβά πάνω στο φέρετρο. Αμέσως ύστερα πήραν τα φτυάρια. Και δουλεύοντας τα με μανία , έριξαν χώμα και σκέπασαν το κασόνι. Ο καπετάν Μανόλης ανασηκώθηκε από μπρούμυτα που είχε πέσει. Δεν έκλαιγε πια , ούτε βογκούσε.
---Το σταυρό , είπε ο Γιάννης. Που είναι ο σταυρός; Τον είχαν ξεχάσει στη βάρκα. Έτρεξε ο μαρκόνιος και τον έφερε. Ήταν από σανίδι αλουστράριστο και έγραφε με Μαύρα γράμματα: «Παντελεήμων Διάκος. Ετών 16». Τον έμπηξαν στο κεφάλι του τάφου , τον σιγουράρησαν.

---Άιντε , πάμε , είπαν.
---Που είναι ο καπετάν Γιάννης; Καπετάνιο! Ε, Καπετάνιο!
Κοίταξαν ολόγυρα και τον είδαν που είχε απομείνει κοντά στον τάφο. Στεκόταν κι έβλεπε τον άλλο σταυρό , τον παλιό.
---Ε, καπετάν Γιάννη!
---Έρχομαι , έρχομαι…
Σαν ήρθε ο μαρκονιστής τον ρώτησε:
---Τι κοιτάζεις; Τον άλλον σταυρό;
---Ναι.
---Έχει γράμματα; Ποιανού είναι;
---Καποιανού Φραντσέζου: Sylvestre Moan , 19 ans.
---Τι πάει να πει;
---Το όνομα και η ηλικία του. Δεκαεννιά χρονώ. Παιδί κι αυτός. Κάνα ναυτάκι…
Μπήκαν στη βάρκα και τράβηξαν σιωπηλοί για το βαπόρι που στεκόταν ανοιχτά , με τις παντιέρες μετζάστρες. Μόλις τους είδαν να έρχονται , άρχισαν να βιράρουν άγκυρα.



Έκανε ζέστη. Ο ματωμένος ήλιος βυθιζόταν στα κίτρινα νερά για να πεθάνει απότομα, δίχως χρώματα και δόξα.
Τώρα που οι άνθρωποι έφυγαν , οι μαϊμούδες ξεθάρρεψαν κι ήρθαν ξανά στην παραλία , με πηδήματα και φωνές. Κοίταζαν τη βάρκα ν ‘ απομακρύνεται. Ύστερα περιεργάστηκαν το κούμουλο το χρώμα και τον καινούργιο ξύλινο σταυρό. Έξαφνα όμως κάτι άκουσαν , πιο πέρα και όλες μαζί έτρεξαν να ιδούν τι συμβαίνει. Έτσι είναι οι μαϊμούδες , περίεργες κι επιπόλαιες. Το μυαλό τους πετάει από εικόνα σ’ εντύπωση…
Μονάχα ένας μικρός πίθηκος δεν πήγε με τους άλλους. Έμεινε εκεί και ταλαντευόταν πάνω από το νιόσκαφτο τάφο , κρατημένος με το ζερβί του χέρι από ένα κλαρί. Και με το δεξί ανάμεσα στα σκέλια , μυκτήριζε τους ανθρώπους που τάραξαν τη γαλήνη του νησιού…



Από το βιβλίο "Η Μεγάλη Χίμαιρα" του Μ.Καραγάτση.

2 σχόλια:

gatti είπε...

Επίτηδες το κάνεις έτσι; :-p

Kάθε φορά που κάποιος αναφέρει ένα πολύ σημαντικό βιβλίο που δεν το έχω διαβάσει, μου έρχεται να βάλω τα κλάματα. Εχω πολλά κενά τελικά. Και δε με βλέπω να προλαβαίνω...

Alexandros είπε...

Γεια σου gatti

Συνεχώς θα τρέχουμε και δεν θα προλαβαίνουμε. Εγώ ξέρεις πόσα θα ήθελα να έχω διαβάσει και για διάφορους λόγους δεν τα έχω καταφέρει; (και ούτε προκειται...)
Το απόσπασμα αυτό είναι από τα πιο συγκινητικά που έχω διαβάσει τα τελευταία χρόνια.