Παρασκευή, 16 Απριλίου 2010

ΣΤΗ ΓΕΦΥΡΑ ΤΟΥ ΓΑΛΑΤΑ

Το Πάσχα με βρήκε στη Θεσσαλονίκη. Έμεινα στην πόλη 16 μέρες. Μία από αυτές (στις 27 Μαρτίου) ήρθε στον κόσμο η κόρη μου. Μεγάλη συγκίνηση. Από δω και πέρα άλλη ζωή μπροστά, άλλες συνήθειες, άλλα ωράρια, όλα θα είναι διαφορετικά. Χρόνο για βιβλία πιστεύω ότι θα βρίσκω, όπως βρήκα και στις διακοπές του Πάσχα, αφού σε αυτό το διάστημα διάβασα το "Εργοστάσιο των Μολυβιών" της Σώτης Τριανταφύλλου, το "Και να καθαρίσουμε τους κακομούτσουνους" του Μπορίς Βιάν και τελευταίο το "Στη Γέφυρα του Γαλατά" του Χέϊρτ Μακ.

Το τελευταίο ανήκει στην κατηγορία της ταξιδιωτικής λογοτεχνίας, μία κατηγορία που δεν είχα αγγίξει ποτέ. Λάθος μου, καθώς το βιβλίο του Μακ είναι από τα πολύ καλά και το προτείνω ανεπιφύλακτα. Μου αρέσει να διαβάζω για άλλους λαούς, άλλες πόλεις και χώρες και όχι τόσο για την Ελλάδα. Την Ελλάδα την ζούμε καθημερινά και έχουμε μία εικόνα για την πολιτική, πολιτισμική και οικονομική της κατάσταση. Έχω διαβάσει ελάχιστα για την ιστορία της χώρας μας. Προτιμώ να μαθαίνω για άλλες χώρες.


Το βιβλίο «Στη γέφυρα του Γαλατά» είναι ένα υπέροχο και συγκινητικό χρονογράφημα της Πόλης και των κατοίκων της. Η γέφυρα ενώνει τις δύο παλαιότερες περιοχές της Κωνσταντινούπολης. Η νότια περιοχή είναι η συντηρητική και στραμμένη προς ανατολάς, η βόρεια πλευρά είναι η αριστοκρατική, η διαποτισμένη με την νοοτροπία και την κουλτούρα της Δύσης. Ονομάζεται Γαλατάς και είναι η πιο γοητευτική περιοχή της Πόλης. Τα δύο άκρα που χωρίζονται από τον Κεράτιο Κόλπο, γεφυρώνονται με μία γέφυρα που έχει κατασκευαστεί πέντε φορές τα τελευταία 600 χρόνια. Η σημερινή κατασκευή χρονολογείται από το 1992 σε αντικατάσταση της παλιάς που είχε κατασκευαστεί από Γερμανική εταιρεία το 1912.


Ο Ολλανδός συγγραφέας Χέϊρτ Μακ ταξίδεψε στην Πόλη και έμεινε πολύ καιρό, τον περισσότερο από τον οποίο πέρασε πάνω στη γέφυρα, παρατηρώντας, μιλώντας με θαμώνες, ψαράδες και πωλητές. Είχε μαζί του Τούρκο μεταφραστή για να συνεννοείται όσο το δυνατόν καλύτερα με τους ντόπιους και πήρε αμέτρητες «συνεντεύξεις» από δεκάδες άτομα. Όπως γράφει η αρχή του βιβλίου : « Στη γέφυρα δεν κάνεις φίλους, από τη γέφυρα μόνο παρακολουθείς». Η γέφυρα έχει την δική της ζωή. Είναι σαν αυτοτελής οργανισμός με τους δικού του ρυθμούς και κανόνες. Προσφέρει όλα όσα χρειάζεται ένας άνθρωπος: χτένες, ανατομικά σανδάλια, τσιγάρα, κούκλες που χορεύουν, τσάντες Γκούτσι και Ρόλεξ ασαφούς προέλευσης, ομπρέλες με παραστάσεις από λουλουδιασμένα λιβάδια, πινέλα ξυρίσματος, προφυλακτικά και κουρδιστά στρατιωτάκια.


Σε όλο το μήκος της γέφυρας δραστηριοποιούνται ψαράδες, φωτογράφοι, ψιλικατζήδες, βιβλιοπώλες, αρωματοπώλες, παπατζήδες, λαχειοπώλες, τεϊοπώλες και ένα σωρό άλλες «ειδικότητες». Ο Μακ προσέγγισε συγκεκριμένους καθημερινούς ανθρώπους, κέρδισε την εμπιστοσύνη τους, και αυτοί τον αντάμειψαν. Με τι; Με το να του ανοίξουν την καρδιά τους, να του πουν την ιστορία της ζωής τους, τα πάθη τους, τα λάθη τους, τους έρωτες τους, την φτώχεια που πέρασαν και περνούν. Του είπαν την άποψη τους για την σύγχρονη Τουρκία και την θέση της στην Ευρώπη και τον κόσμο, του περιέγραψαν τι σημαίνει για τους Τούρκους η λέξη «Τιμή» και τι σημαίνει για αυτούς το Ισλάμ.

Ποιοι είναι οι πρωταγωνιστές του βιβλίου του; Πρώτος και καλύτερος ο πατοπώλης. Ξυπνάει νωρίς, στις πεντέμισι είναι ήδη στο πόστο του. Έχει πρόβλημα με τα δόντια του. Πρέπει να κάνει θεραπεία αλλά δεν έχει ούτε ένα εκατομμύριο. Το ένα εκατομμύριο είναι δεν είναι μισό ευρώ. Χρωστάει σε ένα φίλο του 45 εκατομμύρια και για να μη νιώθει την πείνα καπνίζει διαρκώς. Δεύτερος σημαντικός πρωταγωνιστής του Μακ είναι ο Οϊντέρ. Πουλάει τσιγάρα για τα προς το ζην. Λέει σε μία συζήτηση με τον Μακ: «Όλα όσα ο Θεός απαγόρεψε συμβαίνουν εδώ: ληστείες, κλοπές πορτοφολιών, οι τζογαδόροι σκοτώνονται ακόμα και μεταξύ τους». Ο Οϊντέρ έχει έναν πατέρα χωρίς δουλειά και πρέπει μαζί με τον αδελφό του να συντηρήσουν μία οικογένεια οκτώ ατόμων. Διαθέτει απτόητη αισιοδοξία αλλά μερικές φορές κοντεύει να ψοφήσει από την πείνα. Ο τεϊοπώλης κατάγεται από ένα χωριό, (όπως και ο αρωματοπώλης), κοντά στα ιρανικά σύνορα. Λέει κάποια μέρα στον Μακ: « Αν ερχόσουν μία μέρα στο χωριό μου, θα έμενες με το στόμα ανοιχτό. Θα έμενες έκπληκτος με το πώς αναγκάζονται να ζήσουν οι άνθρωποι εκεί». Ο βιβλιοπώλης βλέπει και ακούει τα πάντα. Μία μέρα παρέδωσε στον συγγραφέα ολόκληρη κοινωνιολογική μελέτη της γέφυρας. Αυτό που περιέγραψε ήταν ένα είδος οικονομικής στεγανοποίησης. Οι ιχθυοπώληδες για παράδειγμα, κατάγονται σχεδόν όλοι από την ανατολική πόλη Ερζιντζάν. Αν δεν κατάγεσαι από κει, δύσκολα θα σταθείς πάνω στη γέφυρα να πουλήσεις ψάρια…


Δεν έχει νόημα να τους αναφέρουμε όλους, πρόκειται για ανθρώπους απόλυτα φτωχούς, που ζουν μόνοι τους είτε έχουν οικογένεια είτε όχι. Οι περισσότεροι κατάγονται από την πάμφτωχη Ανατολία, από χωριά ασήμαντα, μικρά στα οποία δεν είχαν καν να φάνε. Πήγαν στη μεγάλη πόλη για μια ευκαιρία. Και κατέληξαν στη Γέφυρα του Γαλατά. Οι ζωές τους περνούν απαρατήρητες κι όμως βρέθηκε ένας άνθρωπος να ενδιαφερθεί. Ο Χεϊρτ Μακ από την Ολλανδία.


Θα κλείσω με τα λόγια δύο λογοτεχνών. Ο πρώτος αναφέρεται στην γεωγραφία της περιοχής και ο δεύτερος στους ανθρώπους της. Έγραψε λοιπόν ο ρώσος ποιητής Γιόζεφ Μπρόντσκι για αυτήν την μαγευτική γωνιά της γης: « Υπάρχουν μέρη όπου η ιστορία είναι αναπόφευκτη, σαν σύγκρουση στον αυτοκινητόδρομο-μέρη όπου η γεωγραφία προκαλεί την ιστορία. Όπως η Ισταμπούλ ή αλλιώς Κωνσταντινούπολη ή αλλιώς Βυζάντιο». Και ο Ορχάν Παμούκ περιγράφει τον μέσο άνθρωπο σε μία φτωχή, μη δημοκρατική, ισλαμική χώρα: «Ο Δυτικός κόσμος έχει ελάχιστη επίγνωση της συντριπτικής αίσθησης ταπείνωσης που βιώνει η πλειονότητα του παγκόσμιου πληθυσμού. Είναι μία αίσθηση που οι άνθρωποι πρέπει να προσπαθήσουν να την νικήσουν χωρίς να χάσουν την ορθοφροσύνη τους, χωρίς να δελεαστούν από τους τρομοκράτες, τους ακροεθνικιστές ή τους φονταμενταλιστές».