Τρίτη, 11 Μαΐου 2010

Ουδέν κακόν αμιγές καλού. Η κρίση μπορεί να οδηγήσει σε ασφαλή συμπεράσματα

Τα συμπεράσματα από μια περίοδο που απέδειξε ότι είναι άλλο πράγμα να φωνάζεις ότι τα πράγματα πρέπει να αλλάξουν και άλλο να αλλάζουν στην πραγματικότητα.

Συμπέρασμα Πρώτο
Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (γνωστό και ως «οι κατακτητές»), οι κερδοσκόποι, η Παγκόσμια Νέα Τάξη, οι Αμερικάνοι, τα ΜΜΕ και ο πρωθυπουργός τα κάνουν όλα αυτά βάσει ενός σατανικού σχεδίου: Να υποδουλώσουν την ηρωική και ελεύθερη ψυχή του Ελληνισμού. Δηλαδή να τον υποχρεώσουν να αγοράζει το καρπούζι με τη φέτα και όχι ολόκληρο. Και επειδή για να συνεχίσει να παραμένει αδούλωτος και ελεύθερος (δηλαδή να είναι υπερήφανος που πετάει το υπόλοιπο καρπούζι) χρειαζόταν το χαρτζιλίκι που του έδιναν, εκείνοι σταμάτησαν ξαφνικά να του το δίνουν. Με αποτέλεσμα να αποκαλυφθούν επιτέλους οι εχθρικές προθέσεις τους. Γιατί η υποδούλωση αποκαλύπτεται μόλις κόβονται τα λεφτά. Όσο πληρώνουν, δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα.

Συμπέρασμα Δεύτερο
Όπως έχει διδάξει η Μεγάλη του Γένους Επικοινωνιακή Σχολή της Τηλεόρασης, οι διαμαρτυρίες γίνονται πιο σπαρακτικές όταν συμπεριλαμβάνεται σε αυτές ο παράγοντας «μέλλον των παιδιών μας». Διότι τι νόημα έχει να μεγαλώνεις ένα παιδί σε μια χώρα που με τόση αναλγησία κόβει το «επίδομα έγκαιρης προσέλευσης» (ναι, υπάρχει πραγματικά) στους δημοσίους υπαλλήλους; Προφανώς, λοιπόν, όταν απαξιώνεται με τέτοιο βάναυσο τρόπο η καριέρα στο Δημόσιο, το μέλλον των παιδιών είναι καταδικασμένο. Ενώ σε μια χώρα ελεύθερη, χωρίς την μπότα του κατακτητή «ΔΝΤ» να στραγγαλίζει τις προσλήψεις, όπου ο καθένας μπορεί να ζητήσει μια χάρη από τον «υπουργό της διπλανής πόρτας», όλοι μπορούν να ελπίζουν. Να ελπίζουν ότι στο μέλλον, κάποιο από τα χιλιάδες off-shore Cayenne που τιτιβίζουν ξένοιαστα στους δρόμους θα είναι το δικό τους.

Συμπέρασμα Τρίτο
Για όλα φταίνε οι πολιτικοί. Που φέρνουν κομπάρσους για να γεμίζουν τις αίθουσες αναμονής στα γραφεία τους, ώστε να φαίνεται ότι κάνουν τη δουλειά τους σωστά και «εξυπηρετούν τους ψηφοφόρους τους». Γιατί οι πραγματικοί ψηφοφόροι είναι αξιοπρεπείς και ποτέ δεν διανοούνται να πουλήσουν την ψήφο τους για ένα ρουσφέτι. Με αποτέλεσμα ο πολιτικός κόσμος να γνωρίζει μια πρωτοφανή κρίση, γιατί χωρίς ρουσφέτια είναι αποδυναμωμένος και δεν έχει πια λόγο ύπαρξης.

Συμπέρασμα Τέταρτο
«Κλεμμένα λεφτά του ελληνικού λαού» ονομάζεται οποιοδήποτε ποσό εκταμιεύεται από το κράτος και είναι μεγαλύτερο από αυτό που έχει πάρει αυτός που καταγγέλλει. Οποιοσδήποτε μας ξεπέρασε σε τσατσιλίκι και δεν του αρκούσε ένας απλός κρατικός μισθός, αλλά είχε σαν οδηγό του το “Think Big”, είναι κλέφτης. Δηλαδή ο «αθώος» συμβασιούχος, ο υπάλληλος της Βουλής και ο Mr. κρατικές προμήθειες κάνουν ακριβώς το ίδιο πράγμα, με τις ίδιες ακριβώς προθέσεις. Απλώς η κλίμακα αλλάζει.

Συμπέρασμα Πέμπτο
Παράγουμε πολύ περισσότερους Κολοκοτρώνηδες από όσους μπορούμε να καταναλώσουμε. Σύμφωνα με την αρχή του Αθάνατου Ελληνικού Αυτοπαραμυθιάσματος, ο Κολοκοτρώνης που κρύβουμε όλοι μέσα μας είναι πάντα έτοιμος να επαναστατήσει μόλις δει ότι τον πιέζουν. Δηλαδή να κηρύξει πτώχευση, να ταμπουρωθεί στα Δερβενάκια και να πολεμήσει τον κατακτητή, δανειζόμενος από τους Κινέζους ή Ρώσους, προκειμένου να μη γίνει καμιά στραβή και με τους ηρωισμούς σταματήσει να παίρνει το μισθό του.

Συμπέρασμα Έκτο
Όταν οι άλλοι τζογάρουν πάνω μας, είναι «κερδοσκόποι». Όταν εμείς τζογάραμε στο χρηματιστήριο, ήμασταν «αθώοι μικροεπενδυτές». Με άλλα λόγια: όταν είμαστε με τους κερδισμένους, παραγγέλνουμε Porsche. Όταν είμαστε με τους χαμένους, είμαστε ο «κοσμάκης που έχασε τα λεφτά του από τους απατεώνες με τις Porsche. Βολεύει.

Συμπέρασμα Έβδομο
Στην πραγματικότητα υπάρχουν δύο Ελλάδες. Η μία «πεινάει», υποφέρει από τη φτώχεια και μιλάει δημόσια σαν τον Γιώργο Αυτιά. Και η άλλη γεμίζει τα σκυλάδικα, χτίζει αυθαίρετα (που ονομάζονται επισήμως «κόποι μιας ζωής») και τρέχει να παραγγείλει SUV μόλις φτηνύνουν 1.000 ευρώ.

Συμπέρασμα Όγδοο
Το ξένοιαστο φραπόγαλο του αργόμισθου διορισμένου σε οργανισμό τοπικής αυτοδιοίκησης και το «Εθνικό συμφέρον» είναι το ίδιο πράγμα. Γι’ αυτό και η κατάργηση όλων αυτών των θέσεων «Μελών Συμβουλίων Δημοτικών Επιχειρήσεων» από το νέο Καλλικράτη ονομάζεται «Εθνική Αποσύνθεση». Και οδηγεί τους δημάρχους ακόμα και σε απεργία πείνας για το καλό των δημοτών τους και της περιοχής τους. Που συμπτωματικά ταυτίζεται με το κεκτημένο δικαίωμα να χρηματοδοτούνται χωρίς έλεγχο.

Συμπέρασμα Έννατο
Όσο πιο λερωμένη έχει τη φωλιά του κάποιος, τόσο πιο πολύ φωνάζει γενικά εναντίον κάποιου άλλου για να του ρίξει τις ευθύνες. Πρόκειται για τη νέα εκδοχή του «Ζορμπά Light». Δηλαδή ενός «Ζορμπά» σε βελτιωμένη έκδοση, που αντίθετα με τον ανθυγιεινό original Ζορμπά, του φταίνε πάντα κάποιο άλλοι (στην προκειμένη περίπτωση τα «λαμόγια της πολιτικής») που δεν ανταποκρίθηκαν στο καθήκον τους να του τα έχουν όλα έτοιμα. Και δεν αναλαμβάνει ο ίδιος καμία ευθύνη. Ούτε καν την ευθύνη ότι άφησε την τύχη του εξολοκλήρου στα χέρια τους.

Συμπέρασμα Δέκατο
Σε μια χώρα που οι μποτιλιαρισμένοι κάτοικοί της καταγγέλλουν ακόμα και το μποτιλιάρισμα (δηλαδή όλους τους άλλους που βρίσκονται στην ίδια θέση με αυτούς και οι οποίοι καταγγέλλουν ακριβώς το ίδιο), είναι λογικό να μη γίνεται δεκτό το επιχείρημα «δεν υπάρχουν λεφτά για τους μισθούς». Διότι ο δικός μου μισθός δεν είναι μέρος του προβλήματος. Όπως ούτε το δικό μου αυτοκίνητο είναι μέρος του μποτιλιαρίσματος.

Συμπέρασμα Ενδέκατο
Δεν γίνεται και το φραπόγαλο ολόκληρο και η Εθνική Υπερηφάνεια χορτάτη.

Athens Voice, Νίκος Ζαχαριάδης


Σάββατο, 8 Μαΐου 2010

ΠΩΣ ΝΑ ΔΙΑΨΕΥΔΕΤΕ ΜΙΑ ΔΙΑΨΕΥΣΗ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΟΔΗΓΙΕΣ ΧΡΗΣΕΩΣ

Το περιοδικό Espresso (όχι το δικό μας αλλά το Ιταλικό) φιλοξενούσε πριν από 20 και βάλε χρόνια, την στήλη "Το φακελάκι της Αθηνάς". Συντάξας ήταν ο Ουμπέρτο Έκο, παγκοσμίου φήμης συγγραφέας και φιλόσοφος. Η στήλη είχε κατά κύριο λόγο χιουμοριστικό χαρακτήρα. Από τις εκδόσεις "ΓΝΩΣΗ" βγήκε στα βιβλιοπωλεία ένα βιβλίο με τον τίτλο "ΠΩΣ ΝΑ ΔΙΑΨΕΥΔΕΤΕ ΜΙΑ ΔΙΑΨΕΥΣΗ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΟΔΗΓΙΕΣ ΧΡΗΣΕΩΣ". Το βιβλίο δεν είναι τίποτα άλλο παρά μία συλλογή από τα κείμενα που είχε γράψει ο Έκο από το 1986 και μετά.
Προσπάθησα να βρω ένα αντιπροσωπευτικό και ταυτόχρονα χιουμοριστικό κείμενο και εν τέλει κατέληξα σε αυτό:




ΠΩΣ ΝΑ ΤΑΞΙΔΕΨΕΤΕ ΜΕ ΕΝΑ
ΣΟΛΟΜΟ

Διαβάζοντας τις εφημερίδες, δύο είναι τα προβλήματα που μαστίζουν την εποχή μας: η εισβολή των κομπιούτερ και η ανησυχητική προέλαση του Τρίτου Κόσμου. Είναι αλήθεια και εγώ μπορώ να το επιβεβαιώσω.
Πριν από λίγες μέρες έκανα ένα σύντομο ταξίδι: μία μέρα στην Στοκχόλμη και τρεις στο Λονδίνο. Στη Στοκχόλμη βρήκα την ευκαιρία ν΄αγοράσω ένα τεράστιο καπνιστό σολομό σε εξευτελιστική τιμή. Ήταν προσεχτικά τυλιγμένος σε πλαστικό, μου είπαν ότι, αν επρόκειτο να ταξιδέψω, ήταν προτιμότερο να τον φυλάξω σ' ένα δροσερό μέρος. Εύκολο να το πει κανείς.
Ευτυχώς στο Λονδίνο ο εκδότης μου μου είχε κλείσει σ' ένα πολυτελές ξενοδοχείο ένα δωμάτιο εξοπλισμένο με ψυγείο-μπαρ. Φτάνοντας στο ξενοδοχείο, είχα την εντύπωση ότι βρισκόμουν σε μια πρεσβεία του Πεκίνου στη διάρκεια της εξέγερσης των μπόξερς.
Οικογένειες είχαν στρατοπεδεύσει στο σαλόνι, ταξιδιώτες τυλιγμένοι με κουβέρτες κοιμούνταν πάνω στις βαλίτσες τους... Ρωτάω τους υπαλλήλους, όλοι Ινδοί εκτός από κάνα-δυο Μαλαισίους. Μου λένε ότι ακριβώς την προηγούμενη μέρα το μεγάλο εκείνο ξενοδοχείο είχε εγκαταστήσει ένα κεντρικό σύστημα υπολογιστών που, από μια βλάβη στη ρύθμιση του, είχε πάψει να λειτουργεί εδώ και δύο ώρες. Κανείς δεν ήξερε ποιο δωμάτιο ήταν ελεύθερο και ποιο όχι. Έπρεπε να περιμένουμε.
Προς το βραδάκι το κομπιούτερ επιδιορθώθηκε και μπόρεσα να πάω στο δωμάτιο μου. Ανησυχώντας για τον σολομό μου, τον έβγαλα από την βαλίτσα και άνοιξα το ψυγείο. Συνήθως τ α ψυγεία των περισσότερων ξενοδοχείων έχουν δύο μπύρες, δύο μπουκάλια μεταλλικό νερό, μερικά μικρά μπουκαλάκια με ποτά, μερικούς φρουτοχυμούς και δυο πακετάκια φυστίκια. Αυτό στο ξενοδοχείο μου ήταν τεράστιο και είχε καμιά πενηνταριά μπουκαλάκια ουίσκυ, τζιν, ντραμπούι, κουρβουαζιέ, γκραν μαριέ, καλβαντός, οχτώ μπουκαλάκια περιέ, δύο βιτελουάζ, δύο εβιάν, τρία μεσαίου μεγέθους μπουκάλια σαμπάνια, διάφορα κουτάκια στάουτ, πέιλ' ειλ, ολλανδέζικες και γερμανικές μπίρες, ιταλικά και γαλλικά λευκά κρασιά, φιστίκια, κρακεράκια, αμύγδαλα, σοκολατάκια κα Αλκα Σέλτζερ. Δεν είχε χώρο για τον σολομό. Άνοιξα δυο μεγάλα συρτάρια και μετέφερα όλο το περιεχόμενο του ψυγείου, βόλεψα τον σολομό στα δροσερά και ησύχασα. Όταν την επόμενη μέρα ξαναγύρισα στο ξενοδοχείο μου στις τέσσερις, ο σολομός βρισκόταν στο τραπέζι και το ψυγείο ήταν και πάλι ξέχειλο με όλα εκείνα τα πολύτιμα προϊόντα. Άνοιξα τα συρτάρια και είδα πως ότι είχα κρύψει εκεί την προηγούμενη μέρα βρισκόταν ακόμα στη θέση του. Τηλεφώνησα στη ρεσεψιόν και είπα να ειδοποιήσουν το προσωπικό του ορόφου ότι, αν έβρισκαν το ψυγείο άδειο δεν ήταν επειδή τα είχα πιει όλα αλλά εξαιτίας του σολομού. Μου απάντησαν ότι έπρεπε να τροφοδοτήσουν το κεντρικό κομπιούτερ μ' αυτή την πληροφορία διότι μεταξύ άλλων, το μεγαλύτερο μέρος του προσωπικού δε μιλούσε αγγλικά και δεν μπορούσε να υπακούσει σε προφορικές εντολές μα μόνο σε εντολές Basic.
Άνοιξα άλλα δύο συρτάρια και αφού μετέφερα το καινούργιο περιεχόμενο του ψυγείου έβαλα και πάλι μέσα το σολομό μου. Την επομένη, στις τέσσερις ο σολομός ήταν στο τραπέζι και ανέδιδε μια ύποπτη μυρωδιά.
Το ψυγείο ήταν ξέχειλο από μπουκάλια και μπουκαλάκια και τα τέσσερα συρτάρια θύμιζαν αποθήκες κακόφημων κέντρων τη εποχή της ποτοαπαγόρευσης. Τηλεφώνησα στη ρεσεψιόν και μου είπαν ότι είχε ξαναεμφανιστεί κάποια βλάβη στο κομπιούτερ. Χτύπησα το κουδούνι και προσπάθησα να εξηγήσω την κατάσταση σ' έναν τύπο που είχε τα μαλλιά του κότσο χαμηλά στο σβέρκο: μα μιλούσε μόνο μία διάλεκτο που, όπως μου εξήγησε αργότερα ενας συνάδελφος ανθρωπολόγος, μιλιόταν μόνο στο Κεφιριστάν την εποχή που ο Μέγας Αλέξανδρος χούφτωνε την Ρωξάννη.
Το επόμενο πρωϊ κατέβηκα να υπογράψω τον λογαριασμό. Ήταν αστρονομικός. Απ΄ όσο φαινόταν, μέσα σε δυόμιση μέρες είχα καταναλώσει αρκετά δεκάλιτρα Βεβ Κλικό, δέκα λίτρα από διάφορα ουισκυ, μεταξύ των οποίων και ορισμένα σπανιότατατα Μαλτ, οχτώ λίτρα Τζιν, εικοσιπέντε λίτρα Περιέ και Εβιάν και μερικές μπουκάλες Σαν Πελεγκρίνο, τόσους χυμούς που θα έφταναν να κρατήσουν στην ζωή όσα παιδάκια βοηθάει η UNICEF, και τόσα αμύγδαλα, φουντούκια και φιστίκια που θα αναγούλιαζαν ακόμα και τον ιατροδικαστή που θα έκανε νεκροψία στους ήρωες του Μεγάλου φαγοποτιού. Προσπάθησα να εξηγήσω, μα η υπάλληλος, χαμογελώντας με δόντια μαυρισμένα από το μπετέλ, με διαβεβαίωσε ότι έτσι έλεγε το κομπιούτερ. Ζήτησα δικογόρο και μου έφεραν βερίκοκα.
Τώρα ο εκδότης μου είναι έξω φρενών και με θεωρεί παράσιτο. Ο σολομός δεν τρώγεται. και τα παιδιά μου με συμβούλεψαν να πίνω λιγότερο...


ΟΥΜΠΕΡΤΟ ΕΚΟ, 1986