Δευτέρα 29 Οκτωβρίου 2007

ΑΓAΠΗΤΗ ΤΖOYΛΙΑ...

"Δεν είμαστε οπισθοδρομικοί ούτε φανατικοί, αλλά δεν δεχόμεθα να παραιτηθούμε από τα ιερά πιστεύματά μας" -Αρχιεπίσκοπος Χριστόδοuλος

ΑΓAΠΗΤΗ ΤΖOYΛΙΑ, Τώρα πια που έγινες δέκα χρονών θέλω να σου γράψω κάτι το οποίο θεωρώ πολύ σημαντικό. Exεις αναρωτηθεί ποτέ πώς μάθαμε όλα όσα ξέρουμε; Πώς ειμαστε βέβαιοι, ας πούμε, ότι τα αστέρια, που μοιάζουν με μικροσκοπικά λαμπιόνια πάνω στον ουράνιο θόλο, ειναι στην πραγματικότητα τεράστιες σφαίρες φωτιάς; Όπως ο ήλιος μας μως και βρισκόμαστε τόσο μακριά απ' αυτά; Και πώς γνωρίζουμε ότι η Γη είναι μια πολύ μικρή μπάλα που στροβιλίζεται γύρω από ένα αστέρι τον Ήλιο;
Η απάντηση, με μια λέξη, είναι: "ενδείξεις". Μερικές φορές ένδειξη σημαίνει στην κυριολεξία να δούμε ή να ακούσουμε, να αγγίζουμε, να μυρίσουμε ότι κάτι όντως ισχύει. Οι αστροναύτες, για παράδειγμα, ταξίδεψαν αρκετά μακριά από τη Γη και ειδαν με τα ιδια τους τα μάτια ότι η γή είναι στρογγυλή. Εν' τούτοις, τα μάτια μας χρειάζονται μερικές φορές βοήθεια. Ο 'αποσπερίτης', μοιάζει μελαμπερή σπίθα στον ουρανό, αλλά με τη βοήθεια ενός τηλεσκοπίου μπορούμε γα δούμε πως στην πραγματικότητα δεν είναι κι αυτή παρά μια μπάλα - ο πλανήτης που ονομάζουμε Αφροδίτη.
Eτσι λοιπόν, αυτό που μαθαίνουμε για κάτι βλέποντάς το άμεσα (ή ακούγοντάς το ή ακουμπώντας το), ονομάζεται "παρατήρηση". Πολλές φορές μια ένδειξη δεν φαίνεται να σχετίζεται με κάποια παρατήρηση ωστόσο, πάντα πίσω από τις ενδείξεις κρύβονται παρατηρήσεις. Αν, λόγου χάρη, γίνει κάπου ένα έγκλημα, συνήθως κανείς άλλος, εκτός από το δολοφόνο και το θύμα, δεν θα έχει παρατηρήσει τι πραγματικά συνέβη. Οι αστυνομικοι μπορούν ωστόσο να συνεκτιμήσουν ένα σωρό άλλες παρατηρήσεις, οι οποίες ίσως τους οδηγήσουν σε έναν συγκεκριμένο ύποπτο. Αν τα δακτυλικά αποτυπώματα κάποιου ταιριάζουν μ' αυτά που βρέθηκαν στο μαχαiρι, τούτο αποτελει ισχυρή ενδειξη ότι το κρατούσε αυτός. Δεν αποδεικνύει ότι ο ίδιος διέπραξε το έγκλημα, μπορει όμως να βοηθήσει προς αυτή την κατεύθυνση εφόσον συνδυαστεί και με άλλες ενδείξεις.
Οι επιστήμονες - οι ειδικοί να ανακαλύπτουν τι είναι αληθινό σχετικά με τον κόσμο και το σύμπαν - δουλεύουν συχνά όπως οι αστυνομικοί. Διατυπώνουν μια εικασία για το τι μπορεί να είναι αληθινό (κάτι που φαίνεται πιθανό να συμβει ή να συνέβη), και αυτό ονομάζεται "υπόθεση". Μετά λένε από μόνοι τους: Αν αυτό αληθεύει πραγματικά, τότε θα να ισχύει τούτο και τ' άλλο. Η διαδικασία ονομάζεται "πρόβλεψη".
Για παράδειγμα, αν η Γη είναι πράγματι στρογγυλή, μπορούμε να πρoβλέψoυμε ότι ένας ταξιδιώτης, προχωρώντας συνεχώς προς τα εμπρός και στην ίδια κατεύθυνση, θα πρέπει τελικά να βρεθεί πίσω, εκεί απ' όπου ξεκίνησε. Όταν ένας γιατρός λέει πως έχεις ιλαρά, δεν το διαβάζει γραμμένο στο μέτωπό σου. Η πρώτη ματιά τον κάνει να υποθέσει ότι μπορεί και να έχεις ιλαρά. Μετά σκέφτεται: "Αν η μικρή, έχει πράγματι ιλαρά, θα πρέπει να δω μήπως παρουσιάζει αυτά κι εκείνα τα συμπτώματα." Εξετάζει λοιπόν στα γρήγορα μερικές προβλέψεις με τα μάτια του (Έχει ασπρoκόκκινες κηλίδες;), με τα χέρια του (Είναι ζεστό το μέτωπό της;), με τα αυτιά του (Έχει τον Xαρακτηριστικό ξερό βήχα;). Μόνο τότε κατλήγει σε συμπέρασμα και λέει: "Η διάγνωσή μου ειναι ότι το παιδι έχει ιλαρά." Μερικές φορές οι γιατροί χρειάζεται να ελέγξουν κι άλλα πράγματα -να κάνουν εξετάσεις αίματος: ή aκτινογραφίες - που στις παρατηρήσεις βοηθούν τα μάτια, τα χέρια και τ' αυτιά τους.
Φυσικά, ο τρόπος με τον οποίο οι επιστήμονες χρησιμοποιούν τις ενδείξεις για να μάθουν σχετικά με τον κόσμο και το σύμπαν ειναι πολύ πιο έξυπνος και πιό σύνθετος απ' ό, τι μπορώ να σου περιγράψω σ' ένα σύντομο γράμμα. Πάντως -πρόσεξέ το αυτό- η ένδειξη αποτελει καλό λόγο για να πιστέψουμε σε κάτι.
Τώρα όμως θέλω να σε προειδοποιήσω να φυλάγεσαι από τρεις κακούς λόγους για να πιστεύεις οτιδήποτε. Ονομάζονται "παράδοση", "αυθεντία" και "αποκάλυψη".
Πρώτα, λοιπόν, η παράδοση. Πριν από λίγους μήνες συμμετείχα σε μια τηλεοπτική συζήτηση με καμιά πενηνταριά παιδιά. Ανήκαν σε διαφορετικές θρησκείες, και γι' αυτό τα είχαν, καλέσει στην εκπομπή. Μερικά ήταν Χριστιανοί, άλλα μουσουλμάνοι, κάποια Ιουδαϊστές, Ινδουιστές, Σιχ. Ο κύριος με το μικρόφωνο πήγαινε από παιδί σε παιδί και τα ρωτούσε τι πίστευαν στη δική τους θρησκεία. Οι απαντήσεις τους μας δείχνουν ακριβώς τι εννοώ με τον όρο "παράδοση" -τα πιστεύω τους, πάντως, ήταν ολοφάνερο ότι δεν είχαν καμία σχέση με ενδειξεις. Απλώς τα παιδιά αναμασούσαν τις πεποιθήσεις των γονιών και των παππούδων τους - που κι αυτές δεν βασίζονταν σε ενδείξεις. Έλεγαν πράγματα όπως "Εμείς οι Σιχ πιστεύουμε αυτό κι αυτό" ή "Εμείς οι μουσουλμάνοι πιστεύουμε τούτο κι εκείνο" ή "Εμείς οι χριστιανοί πιστεύουμε κάτι άλλο". Φυσικά, από τη στιγμή που όλοι πίστευαν διαφορετικά πράγματα, δεν θα μπορούσε να έχουν όλοι δίκιο. Ο κύριος με το μικρόφωνο φαινόταν να μην προβληματίζεται γι' αυτό και δεν προσπάθησε να βάλει τα παιδιά να συζητήσουν μεταξύ τους με επιχειρήματα και να υποστηρίξουν τη γνώμη τους. Αλλά δεν θέλω να τονίσω εδώ αυτό.
Εγώ θέλω να ρωτήσω απλά από πού προερχόταν η πίστη των παιδιών. Προερχόταν από την παράδοση. Παράδοση σημαίνει πεποιθήσεις που μεταφέρovται από γενιά σε γενιά -από τον παππού στον πατέρα, μετά στο παιδί, και πάει λέγοντας. Ή από βιβλία που επιζούν μέσα στους αιώνες. Οι παραδοσιακές πεποιθήσεις συχνά ξεκινούν σχεδόν από το τίποτα πιθανόν κάποιος στην αρχή τις πλάθει σαν ιστορίες, σαν τους μύθους γω τον Θωρ και τον Δια. Αλλά το μακρύ ταξίδι τους μέσα στο χρόνο, το ότι επιζούν για πολλούς αιώνες, τις κάνει να φαίνονται αληθινές. Ο κόσμος πιστεύει σε πράγματα απλώς επειδή προγενέστεροι άνθρωποι πίστευαν στα ίδια πράγματα για ολόκληρους αιώνες. Αυτό είναι η παράδοση.
Εδώ, στην Αγγλία, το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού έχει βαφτιστεί στην Αγγλικανική Εκκλησία, αλλά αυτή δεν είναι παρά ένα από τα πολλά δόγματα της χριστιανικής θρησκείας. Υπάρχουν κι άλλα δόγματα (η Ορθόδοξη Εκκλησία, η Ρωμωοκαθολική Εκκλησία, η Εκκλησία των μεθοδιστών, κ.ά.) όλα τους διαφοροποιούνται σημαντικά. Οι διαφοροποιήσεις ανάμεσα στην Ιουδαϊκή θρησκεία και τον Ισλαμισμό είναι ακόμη πιό έντονες. Οπότε, πιστοί σε πράγματα που ελάχιστα δωφέρουν μεταξύ τους διεξάγουν πολέμους εξαιτίας των διαφωνιών τους. Δικαιολογείται λοιπόν να σκεφτείς πως όλοι αυτοί πρέπει να έχουν σοβαρούς λόγους -ικανές ενδείξεις, δηλαδή - για να πιστεύουν αυτά που πιστεύουν. Αλλά στην πραγματικότητα, οι διαφορετικές πεποιθήσεις τους οφείλονται εξ ολοκλήρου στις διαφορετικές παραδόσεις τους.
Ας δούμε μια συγκεκριμένη παράδοση. Ο καθολικοί πιστεύουν πως η Παρθένος Μαρία, η μητέρα του Ιησού, ήταν τόσο ξεχωριστή, ώστε δεν πέθανε αλλά "μετέστη ενσώματι εις τους Ουρανούς". Άλλες χριστιανικές παραδόσεις διαφωνούν, και θεωρούν πως η Μαρία πέθανε όπως κάθε θνητός. Η Βίβλος δεν λέει τίποτα σχετικά με το πώς ή το πότε πέθανε στην πραγματικότητα, η καημένη γυναίκα μόλις και αναφέρεται πού και πού σ' ολόκληρη τη Βίβλο. Η άποψη ότι το σώμα της μετέστη στους Ουρανούς δεν διατυπώθηκε παρά μόλις έξι περίπου αιώνες μετά την εποχή του Ιησού. Στην αρχή, ειπώθηκε έτσι απλά, με τον Iδιο τρόπο που λέγεται κάθε ιστορία σαν της Χιονάτης. Αλλά με το πέρασμα των αιώνων, μεταβλήθηκε σε παράδοση, ο κόσμος άρχισε να την παίρνει στα σοβαρά απλώς επειδή η ιστορία επέζησε και διατηρήθηκε κατά τη διάρκεια τόσο πολλών γενεών. Εν τέλει καταγράφτηκε ως επίσημο ρωμαιοκαθολικό "πιστεύω" μόλις πρόσφατα, το 1950 --όταν είχα την ηλικία που έχεις τώρα. Aλλά η ιστορία δεν ήταν πιο αληθινή το 1950 απ' ό,τι όταν εφευρέθηκε, εξακόσια χρόνια μετά το θάνατο της Μαρίας.
Θα επανέλθω στην παράδοση, αλλά πρώτα πρέπει να αναφερθώ στους δύο άλλους κακούς λόγους για να πιστεύεις οτιδήποτε. Συχνά πιστεύουμε σε κάτι επειδή το είπε κάποιο σημαντικό πρόσωπο -μια αυθεντία. Στη Ρωμωοκαθολική Εκκλησία, ο Πάπας είνω το πιο σημαντικό πρόσωπο, και οι πιστοί θεωρούν πως έχει οπωσδήποτε δίκιο απλώς και μόνο επειδή είναι ο Πάπας. Οπότε, για το ότι η Μαρία μετέστη στους Ουρανούς, απλά το 1950 ο Πάπας ανήγγειλε στους ρωμαιοκαθολικούς πως έτσι όφειλαν να πιστεύουν. Τελεία και παύλα. Ο Πάπας έχει το αλάθητο, κι αυτή πρέπει να είναι η αλήθεια! Τώρα, ενδεχομένως πολλά απ' όσα είπε ο Πάπας στη ζωή του να ήταν αλήθειες και άλλες να μην ήταν. Όμως, δεν υπάρχει κανένας καλός λόγος που να εξηγεί γιατί εμείς πρέπει πιστεύουμε ό,τι λέει αυτός, απλά και μόνο επειδή είναι ο Πάπας, παρά οποιοσδήποτε άλλος συνάνθρωπος. Ο τωρινός Πάπας έχει διατάξει το πλήρωμα της Εκκλησίας του να μην αποδεχτεί κανένα όριο στον αριθμό των παιδιών που θα επιθυμούσε να φέρει στον κόσμο. Αν το χριστεπώνυμο πλήθος ακολουθούσε την αυθεντία του με τη δουλική υπακοή που θα επιθυμούσε ο ίδιος, το αποτέλεσμα θα ήταν λιμοί, ασθένειες και πόλεμοι, εξαιτίας φυσικά του υπερπληθυσμού.
Βεβαίως, ακόμη και στην επιστήμη, πολλές φορές δεν έχουμε δει με τα ίδια μας τα μάτια τις ενδείξεις, και πρέπει να δεχτούμε τις μαρτυρίες άλλων γι' αυτές. Εγώ, ας πούμε, δεν έχω δει και δεν γνωρίζω τις ενδείξεις ότι το φως ταξιδεύει με ταχύτητα 300.000 χιλιόμετρα το δευτερόλεπτο. Από την άλλη, πιστεύω τα επιστημονικά βιβλία που λένε ποια είναι η ταχύτητα του φωτός. Αυτό σαν να μοιάζει με την αυθεντία του Πάπα στην πραγματικότητα, όμως, ειναι πολύ σοβαρότερο από κάθε αυθεντία: Οι συγγραφείς των βιβλίων γνωρίζουν τις ενδείξεις μάλιστα, ο καθένας μας είναι ελεύθερος να τις εξετάσει προσεκτικά όποτε το θελήσει. Πολύ καθησυχαστικό, αλήθεια, όταν ούτε καν οι ιερείς δεν ισχυρίζονται πως υπάρχει έστω μία ένδειξη για την Ιστορία της Θεοτόκου.
Το τρίτο είδος κακού λόγου για να πιστεύεις οτιδήποτε ονομάζετω "αποκάλυψη". Αν το 1950 ειχες ρωτήσει τον Πάπα πώς γνώριζε ότι το σώμα της Μαριας μετέστη στους Ουρανούς, θα έλεγε πιθανόν πως αυτό του είχε "αποκαλυφθεί". Βρισκόταν μόνος στο δωμάτιό του και προσευχόταν. Σκεφτόταν και ξανασκεφτόταν, μόνος του πάντα, και μέσα του βεβαιωνόταν όλο και περισσότερο. Όταν οι θρησκευόμενοι νιώθουν μέσα τους πως κάτι πρέπει να είναι αληθινό, ακόμη κι αν δεν έχουν την ελάχιστη ένδειξη πως όντως είναι, ονομάζουν αυτό που νιώθουν αποκάλυψη. Δεν είναι μόνο οι πάπες που ισχυρίζονται πως έχουν υπάρξει μάρτυρες θείων αποκαλύψεων το ίδιο συμβαίνει με πολλούς θρησκευόμενους. Πρόκειται για έναν απ' τους κυριότερους λόγους που τους κάνει να πιστέψουν όλα όσα πιστεύουν. Μα είναι ένας καλός λόγος γι' αυτό; Ας υποθέσουμε ότι σου έλεγα πως ο σκύλος σου σκοτώθηκε. Θα αναστατωνόσουν, και μάλλον θα με ρώταγες: "Είσαι σίγουρος; Πώς το ξέρεις; Πώς συνέβη;" και ας πούμε πως εγώ σου απαντούσα: "Δεν ξέρω ότι ο Πέπε πράγματι σκοτώθηκε. Δεν έχω ενδείξεις. Έχω απλώς βαθιά μέσα μου μια παράξενη προαίσθηση." Θα τα 'βαζες για τα καλά μαζί μου που σε τρόμαξα, διότι ξέρεις πως μια εσωτερική "αίσθηση" από μόνη της δεν αρκεί για να πιστέψεις πως ένα σκυλάκι έχει σκοτωθεί. Χρειάζεσαι σοβαρές ενδείξεις. Όλοι μας κάποια στιγμή προαισθανόμαστε ότι κάτι θα συμβεί και μερικές φορές τυχαίνει να επιβεβαιωνόμαστε, άλλες πάλι όχι. Πολλοί άνθρωποι νιώθουν ταυτόχρονα αντίθετες προαισθήσεις οπότε, ποιες απ' όλες ευσταθούν; Μερικές φορές ο κόσμος λέει πως πρέπει να πιστεύουμε σ' αυτά που νιώθουμε βαθιά μέσα μας, γιατί αλλιώς -δεν θα είμαστε ποτέ σίγουροι για πράγματα όπως η αγάπη του συντρόφου μας. "Το νιώθω μέσα μου πως η γυναίκα μου με αγαπάει". Αυτό όμως αποτελεί-φαιδρό επιχείρημα. Μπορείς να έχεις άφθονες ενδείξεις ότι κάποιος σε αγαπάει: Κοιτάγματα στα μάτια, νότες τρυφερότητας στη φωνή, μικροχαρούλες και ευγένειες. Δεν είναι απλώς κάτι που νιώθεις μέσα σου, σαν την αίσθηση που οι ιερείς ονομάζουν αποκάλυψη.
Οι εσωτερικές αισθήσεις είναι πολύτιμες και στην επιστήμη, μόνο όμως για να μας δίνουν ιδέες που αργότερα θα διασταυρώσουμε ψάχνοντας για ενδείξεις. Ένας επιστήμονας μπορεί να έχει μια προαίσθηση ότι κάτι είναι σωστό. Από μόνη της, όμως, δεν συνιστά για τον επιστήμονα επαρκή λόγο να το πιστέψει. Αλλά μπορεί να είναι καλός λόγος για να αφιερώσει χρόνο εκτελώντας πειράματα ή ψάχνοντας για ενδείξεις. Οι επιστήμονες στηρίζονται σ' αυτά που νιώθουν μέσα τους για να ανακαλύπτουν νέες ιδέες. Αλλά αυτά δεν αξίζουν μέχρις ότου υποστηριχτούν από επαρκείς ενδείξεις. Θέλοντας να σου εξηγήσω γιατί η παράδοση είναι τόσο σημαντική, ξαναγυρίζω σ' αυτή για να τη δούμε μια διαφορετική ματιά. Όλα τα ζώα είναι φτιαγμένα (μέσω της διαδικασίας που ονομάζουμε εξέλιξη) έτσι που να επιβιώνουν στο φυσικό χώρο που ζει το είδος τους. Τα λιοντάρια έχουν φτιαχτεί για να μπορούν να επιβιώνουν στις στέπες της Αφρικής. ΟΙ καραβίδες είναι φτιαγμένες για να τα καταφέρνουν να επιβιώνουν στο γλυκό νερό, ενώ οι αστακοί διαμορφώθηκαν έτσι που να επιβιώνουν στην αλμυρή θάλασσα. Εμείς οι άνθρωποι, σημαίνοντα μέλη του ζωϊκού βασιλείου, είμαστε φτιαγμένοι για να επιβιώνουμε με επιτυχία μέσα σε έναν κόσμο γεμάτο από άλλους ανθρώπους. Οι περισσότεροι από μας δεν κυνηγάμε για την τροφή μας, όπως τα λιοντάρια και οι αστακοί, την αγοράζουμε από άλλους ανθρώπους, Οι οποίοι με τη σειρά τους την αγόρασαν από άλλους ανθρώπους. "Κολυμπάμε" μέσα σε μια "ανθρωποθάλασσα". Όπως ακριβώς το ψάρι χρειάζεται τα βράγχια για να επιβιώσει μέσα στο νερό, Οι άνθρωποι χρειάζονται τον εγκέφαλο για να μπορούν να συνεννοούνται με τους άλλους ανθρώπους. Και όπως η θάλασσα είναι γεμάτη αλμυρό νερό, η ανθρωποθάλασσα είναι γεμάτη από δύσκολα πράγματα που πρέπει να μάθουμε. Πάρε για παράδειγμα τη γλώσσα. Εσύ μιλάς αγγλικά, αλλά η φίλη σου η Ανν-Κατρίν μιλά γερμανικά. Και οι δυο σας μιλάτε τη γλώσσα που θα σας βοηθήσει περισσότερο να "κολυμπήσετε" στη δική σας ξεχωριστή ανθρωποθάλασσα. Η γλώσσα μεταφέρεται με την παράδοση. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος. Στην Αγγλία ο Πέπε είναι α dog στη Γερμανία, ein Hund. Καμία απ' αυτές τις λέξεις δεν είναι πιό σωστή ή πιό αληθινή από την άλλη. Απλά, και οι δύο μεταδόθηκαν μέσω της παράδοσης.
Για να τα καταφέρουν καλά σ' αυτό το ιδιότυπο "κολύμπι", τα παιδιά πρέπει να μάθουν τη γλώσσα της δικής τους χώρας, αλλά και ένα σωρό άλλα πράγματα σχετικά με τον δικό τους λαό αυτό σημαίνει ότι ο εγκέφαλός τους πρέπει να ρουφά, σαν σφουγγάρι, τεράστιες ποσότητες πληροφοριών γύρω από την παράδοση. Και δεν μπορούμε να περιμένουμε από το παιδί να διαχωρίζει τις καλές και τις χρήσιμες πληροφορίες της παράδοσης (όπως τις λέξεις της γλώσσας) από τις κακές ή τις ανόητες (όπως το να πιστεύει σε μάγισσες , διαβόλους και αθάνατες παρθένους). Είναι κρίμα, αλλά δεν μπορεί να αλλάξει, το ότι τα παιδιά -ακριβώς επειδή πρέπει να ρουφούν τις πληροφορίες της παράδοσης- πιστεύουν ό,τι τους λένε οι μεγάλοι, είτε αλήθειες ή ψέματα είτε σωστά ή λάθη. Και πολλά απ' αυτά που τους λένε οι μεγάλοι είναι αληθινά και βασίζονται σε ενδείξεις, ή είναι τουλάχιστον λογικά. Αλλά αν κάποια δεν ευσταθούν, αν είναι ανόητα ή κακοήθη, τίποτα δεν θα σταματήσει το παιδί από να τα πιστέψει με τον ίδιο τρόπο. Και τι κάνουν τα παιδιά όταν μεγαλώνουν; Επαναλαμβάνουν τα ίδια πράγματα στην επόμενη γενιά. Έτσι, από τη στιγμή που κάτι θα αποτελέσει ισχυρή πεποίθηση -και το ψευδές και το ανυπόστατο- θα συνεχίσει να υφίσταται για πάντα. Μήπως τελικά τό ίδιο έχει συμβεί με τις Θησκείες; Πίστη ότι υπάρχει ένας ή πολλοί θεοί, πίστη στον παράδεισο, πίστη ότι η Θεοτόκος Μαρία ποτέ δεν πέθανε, πίστη ότι ο Ιησούς δεν γεννήθηκε από άνθρωπο-πατέρα, πίστη ότι οι προσευχές εισακούγονται, πίστη ότι το κρασί μετατρέπεται σε αίμα -καμία απ' αυτές τις πεποιθήσεις δεν βασίζεται σε μια καλή ένδειξη. Και όμως, όλα τούτα τα πιστεύουν δισεκατομμύρια άνθρωπων και αυτό, επειδή τους είπαν να τα πιστέψουν όταν ήταν τόσο μικροί που θα πίστευαν το οτιδήποτε.
Τα παιδιά των μουσουλμάνων και των χριστιανών μεγαλώνουν πεπεισμένα απόλυτα ότι τα μεν έχουν δίκιο και τα δε άδικο.
Ακόμη και μεταξύ των χριστιανών, οι ρωμαιοκαθολικοί πιστεύουν διαφορετικά πράγματα από τους αγγλικανούς ή τους επισκοπιανούς ή τους κουακέρους ή τους μορμόνους, και πάει λέγοντας και όλοι τους είναι πεπεισμένοι ότι αυτοί έχουν δίκιο και οι άλλοι άδικο. Πιστεύουν ετερόκλιτα πράγματα ακριβώς για τον ίδιο λόγο που εσύ μιλάς αγγλικά και η Ανν-Κατρίν γερμανικά - καθεμιά απ' αυτές τις γλώσσες είναι η σωστή στη χώρα της. Αλλά δεν μπορεί να αληθεύει ότι οι διαφορετικές θρησκείες είναι σωστές στη δική τους χώρα, αφού διαφορετικές θρησκείες υποστηρίζουν ως σωστά αντίθετα πράγματα. Η Θεοτόκος δεν μπορεί να είναι ζωντανή στην καθολική Ιρλανδία, και ταυτόχρονα νεκρή στην προτεσταντική Ιρλανδία.
Θα αναρωτιέσαι, υποθέτω, τι μπορούμε να κάνουμε για όλα αυτά. Για σένα δεν είναι εύκολο να κάνεις κάτι, αφού μόλις πάτησες τα δέκα. Αλλά θα μπορούσες να δοκιμάσεις το εξής. Την επόμενη φορά που κάποιος θα σου πει κάτι που ακούγεται σημαντικό, σκέψου: "Ανήκει στο είδος των πληροφοριών που οι άνθρωποι πιστεύoυν λόγω ενδείξεων ή μήπως στο είδος που οι άνθρωποι πιστεύουν βασιζόμενοι στην παράδοση, τις αυθεντίες ή την αποκάλυψη;" Και την επομενη φορά που κάποιος θα σου πει πως κάτι είναι αληθινό, γιατί να μην τον ρωτήσεις: "Τι ενδείξεις υπάρχουν γι' αυτό;" Κι αν δεν μπορεί να σου δώσει μια ικανοποιητική απάντηση, ελπίζω να σκεφτείς πολύ προσεκτικά προτού πιστέψεις έστω και μία λέξη απ' όσα λέει.

Σε φιλώ καλή μου, ο μπαμπάς.

Richard Dawkins

Δεν υπάρχουν σχόλια: