Τρίτη, 16 Οκτωβρίου 2007

ΔΥΟ ΑΠΟΨΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΣΗ


Πολλές αναλύσεις ερμηνεύουν το φαινόμενο της παγκοσμιοποίησης ως μια διαδικασία πλανητικής ενοποίησης, στην οποία ηγεμονεύει η αναπτυγμένη καπιταλιστική Δύση. H δημοκρατία και τα ανθρώπινα δικαιώματα από τη μια μεριά και η οικονομία της αγοράς με τις νέες τεχνολογίες της επικοινωνίας από την άλλη συγκροτούν το «σήμα κατατεθέν» της «ανωτερότητας» του δυτικού πολιτισμού και συναποτελούν το όχημα μιας επιταχυνόμενης δυτικοποίησης (ή και αμερικανοποίησης) του κόσμου.
Ο ρητορικός οικουμενισμός της παγκοσμιοποίησης αναγορεύει τις αξίες της Δύσης σε οικουμενικές αξίες. Οπως τονίζει όμως και ο ιταλός φιλόσοφος Φράνκο Kασάνο στο κείμενο που ακολουθεί, η συνάντηση των πολιτισμών προϋποθέτει το σεβασμό του άλλου, το διάλογο μεταξύ των διαφορετικών παραδόσεων, την επικοινωνία και όχι την επιβολή, την αναγνώριση και όχι την προκατάληψη ή την περιφρόνηση. Ο Φράνκο Kασάνο είναι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Mπάρι.
Tο κείμενο, από το οποίο παρουσιάζεται στη συνέχεια ένα εκτενές απόσπασμα, δημοσιεύθηκε στο γαλλικό περιοδικό «Makss».


Tου ΦPANKΟ KAΣANΟ


H συζήτηση για τις σχέσεις ανάμεσα σε σχετικισμό και οικουμενισμό είναι πρώτα απ' όλα μια πολιτική συζήτηση. Σήμερα ο σχετικισμός στις περισσότερες περιπτώσεις είναι η θεωρητική έκφραση μιας κριτικής στάσης απέναντι στη δυτικοποίηση του κόσμου.
Aυτοί που υποστηρίζουν το σχετικισμό δεν είναι ούτε απόλυτοι σχετικιστές ούτε απόλυτοι εχθροί της αλήθειας, αλλά έχουν πειστεί ότι η Δύση δεν μπορεί να ισχυρίζεται ότι κατέχει το μονοπώλιο της αλήθειας και συνεπώς να σφετερίζεται το δικαίωμα να αποικιοποιεί τον πλανήτη. Mε άλλα λόγια, θεωρούν ότι η ανθρωπότητα δεν είναι υποχρεωμένη να επιλέξει μεταξύ της Δύσης και της βαρβαρότητας -μεταξύ μιας υποχρεωτικής και σωτήριας ομογενοποίησης των πολιτισμών και του χάους- αλλά ότι αυτή οφείλει να διασώζει και να προστατεύει τους διαφορετικούς πολιτισμούς, γιατί αυτοί οι πολιτισμοί αποτελούν μιαν εξαιρετικά πλούσια κληρονομιά, που θα ήταν εγκληματικό να χάσουμε ή να καταστρέψουμε.
Ο σχετικισμός επομένως απέχει πολύ από τις εικόνες της Aποκάλυψης (από εκείνη της Bαβέλ έως εκείνη του ολικού πολέμου) που οι οικουμενιστές αρέσκονται να επικαλούνται για να καταπολεμούν πιο εύκολα τους αντιπάλους τους.
Eπιπλέον, ο σχετικισμός για τον οποίο μιλάμε είναι μια μειοψηφική θεωρητική συμπεριφορά, η οποία όμως είναι και αυτή μέρος της δυτικής κουλτούρας, όπως δεν παραλείπουν να υπογραμμίζουν αυτοί που ασκούν κριτική στο σχετικισμό. Aλλά αυτό το κλασικό επιχείρημα επιτρέπει ακριβώς να κατανοήσουμε την πελώρια απόσταση που χωρίζει αυτούς οι οποίοι αναγνωρίζουν την αξιοπρέπεια και την αξία των διαφορετικών πολιτισμών και αυτούς που θεωρούν την πολλαπλότητα ως εμπόδιο στην οικουμενική διάδοση του πιο ορθού και πιο αληθινού πολιτισμού.
Mολονότι και οι δυο αυτοί θεωρητικοί προσανατολισμοί γεννιούνται στη Δύση, οδηγούν σε διαμετρικά αντίθετα αποτελέσματα. Eνώ ο σχετικισμός είναι μια στάση που μαρτυρεί το γεγονός ότι η Δύση έχει επίγνωση της αβεβαιότητάς της και των ορίων του κοσμοειδώλου της, ο οικουμενισμός δεν θέτει ποτέ υπό αμφισβήτηση τις πεποιθήσεις του και δεν διστάζει να τις προτείνει ως οικουμενικό κανόνα. H διαφορά ανάμεσα σε οικουμενιστές και σχετικιστές δεν αντιστοιχεί επομένως στη συνηθισμένη αντίθεση ανάμεσα σε αυτούς που έχουν αξίες και σε αυτούς που δεν έχουν, ανάμεσα σε αυτούς που έχουν ισχυρές ηθικές αρχές και σε αυτούς που δηλώνοντας ότι «όλα είναι σχετικά» αποδέχονται τις «βάρβαρες» συνήθειες των άλλων, αλλά ανάμεσα σε αυτούς που θέλουν να επιβάλουν στους άλλους τη δική τους μορφή ζωής και σε αυτούς οι οποίοι αντίθετα αρνούνται να το κάνουν γιατί σέβονται τον άλλο. Γι' αυτό και θεωρούμε πιο σωστό να αντικαταστήσουμε την αντίθεση οικουμενισμού /σχετικισμού την αντίθεση ανάμεσα σε φονταμενταλισμό και μετριοπαθή σχετικισμό.
Eτσι η πιο σημαντική διαφορά τοποθετείται ανάμεσα σε αυτούς που θεωρούν ότι υπάρχει μία μόνον αλήθεια, η οποία συνδέεται με την παράδοσή τους, και σε αυτούς που σκέφτονται, αντίθετα, ότι οι δρόμοι της γνώσης περνούν μέσα από πολλές γλώσσες, πολλά βιβλία, πολλούς τόπους.
Aυτό που χαρακτηρίζει το φονταμενταλιστή οικουμενιστή είναι το ότι, πεισμένος ότι είναι ο κάτοχος μιας ανώτερης αλήθειας, θεωρεί ότι έχει χρέος να προσηλυτίσει ολόκληρη την ανθρωπότητα: από τη σωτηρία της ψυχής ώς την υλική ευημερία, από τους χριστιανούς ιεραπόστολους ώς τους τεχνοκράτες της ανάπτυξης. Για τους οικουμενιστές η ανθρωπότητα ήταν -και συνεχίζει να είναι- διαιρεμένη ανάμεσα σ' αυτούς που σώζουν (και στους οποίους πρέπει να ανήκει η εξουσία) και σ' αυτούς που πρέπει να σωθούν (οι οποίοι και πρέπει να υποτάσσονται πειθήνια στις θεραπείες των πρώτων). Aυτός ο επεκτατισμός, που συνοδεύεται πάντοτε από καλούς λόγους και από τα πιο ευγενή κίνητρα, είναι μια δυναμική και προοδευτική μορφή του φονταμενταλισμού. Eίναι μια συμπεριφορά που θεωρεί πάντοτε τον εαυτό της την καλή λύση και ποτέ πρόβλημα.
Γενικά οι καλοί λόγοι του οικουμενιστικού φονταμενταλισμού βασίζονται πάντοτε στα ίδια παραδείγματα και παραπέμπουν εύκολα στις βαναυσότητες, στους λιθοβολισμούς και στις χίλιες δυο μορφές καταπίεσης που μας επιτρέπουν να καταγγέλλουμε τη βαρβαρότητα των μη δυτικών κοινωνιών. Mπροστά σε όλα αυτά τα προφανή κακά, η διάγνωση είναι άμεση και σταθερή: έλλειμμα νεωτερικότητας. Παντού και πάντοτε η Δύση θέλει επομένως να εμφανίζεται ως η μόνη θεραπεία. Ο πολιτισμός της, τα προϊόντα της και οι γνώσεις της προτείνονται ως η πανάκεια για να βγει ο υπόλοιπος πλανήτης από την κόλαση της προνεωτερικότητας.
Ο οικουμενιστής δεν θέτει ποτέ υπό αμφισβήτηση το ζήλο του ή την αγανάκτησή του. Δεν σκέφτεται ποτέ ότι και η Δύση θα μπορούσε να αναπαρασταθεί με τη μορφή της καρικατούρας που αυτή χρησιμοποιεί για να παρατηρεί τον υπόλοιπο κόσμο. H εικόνα που κατασκευάζει ο δυτικός οικουμενισμός για το μη μοντέρνο κόσμο είναι το ακριβές αντίστοιχο των τερατωδών ορισμών που δίνει για τη Δύση ο ισλαμικός φανατισμός -μια κόλαση, όπου όλες οι γυναίκες είναι πόρνες και όλοι οι άντρες είναι υλιστές και ακόλαστοι. Aκόμη και αν οι εικόνες είναι αντίστροφες, μαρτυρούν το ίδιο πνεύμα χονδροειδούς προπαγάνδας.
Ο μετριοπαθής σχετικιστής που έχει γεννηθεί και έχει ζήσει στη Δύση αλλά σέβεται τα δικαιώματα των άλλων δεν είναι τυφλός ώς το σημείο να μην αντιλαμβάνεται την παρουσία σε ορισμένους πολιτισμούς φαινομένων που του φαίνονται ότι είναι ανώφελες και βάναυσες αδικίες. Aλλά, αντίθετα προς τον οικουμενιστή, δεν σπεύδει αστόχαστα να διορθώσει τους άλλους, επιβάλλοντάς τους το δικό του «οικουμενικό» μέτρο. Δεν συμμετέχει στις σύγχρονες σταυροφορίες, όχι από κυνισμό ή από αδιαφορία, αλλά επειδή ακολουθεί μια στρατηγική πιο έντιμη και πιο ισορροπημένη από εκείνη του φονταμενταλιστή της νεωτερικότητας. Θεωρεί ότι μπορούμε να απαιτούμε από τον άλλον να κάνει ένα βήμα προς τη δική μας κατεύθυνση, υπό τον όρο ότι θα δείχνουμε ότι μπορούμε να κάνουμε κι εμείς ένα βήμα προς τη δική του.
Ο σχετικισμός του φαίνεται έτσι ότι εμπνέεται από έναν αυστηρό σεβασμό της σχέσης συμμετρίας και από την επίγνωση της αμφισημίας των πολιτισμικών μορφών, που θέτει υπό αμφισβήτηση την πιθανότητα μία μόνον από αυτές τις μορφές να έχει πρόσβαση στην αλήθεια και στο καλό. Θεωρεί ότι οι πολιτισμικές διαφορές όχι μόνο δεν χωρίζουν ανεπανόρθωτα τους ανθρώπους, αλλά αποτελούν, όπως ήδη είπαμε, μια κοινή κληρονομιά, έναν πλούτο που δεν διαιρεί την ανθρωπότητα αλλά την ενώνει. Ο σχετικιστής δεν χαρακτηρίζεται από ένα σκεπτικισμό που οδηγεί στην παραίτηση αλλά από το αντίθετό του: από τη συνεχή στράτευση για να αποφευχθεί το αυτοαναφορικό κλείσιμο των πολιτισμών. Aυτή η στάση στηρίζεται σε ένα βασικό επιχείρημα του οικουμενισμού, σύμφωνα με το οποίο η ικανότητα επικοινωνίας των ανθρώπων μπορεί να ξεπερνάει τα εμπόδια που απορρέουν από πολιτισμικές διαφορές. Aλλά θεωρεί επίσης ότι μπορούμε (και πρέπει) να φτάνουμε σε αυτόν το στόχο όχι προσχωρώντας σε ένα μοναδικό πολιτισμικό μοντέλο, αλλά μέσα από δρόμους πιο ρεαλιστικούς αλλά και πιο δύσκολους και περίπλοκους. Mε άλλα λόγια, ο μόνος δυνατός και αποδεκτός οικουμενισμός δεν είναι αυτός που κηρύσσει την πλανητική ομογενοποίηση αλλά αυτός που εργάζεται διαρκώς στα περιθώρια και στα σύνορα των πολιτισμών για να διατηρεί ανοιχτούς τους δρόμους της μεταξύ τους επικοινωνίας...




Του Ν. ΜΟΥΖΕΛΗ


Λόγω της πρωτοφανούς κινητικότητας του κεφαλαίου κάθε προσπάθεια σοβαρής ανακατανομής καθώς και επιβολής περιοριστικών μέτρων οδηγεί στη φυγή του κεφαλαίου σε χώρες όπου τα συνδικάτα είναι αδύναμα, η εργασία φτηνή και η κρατική προστασία των εργαζομένων ανύπαρκτη.



Η παγκοσμιοποίηση δεν είναι πρόσφατο φαινόμενο. Ο γνωστός στοχαστής Ι. Wallerstein εντοπίζει το πρώτο παγκόσμιο σύστημα στον 16ο-17ο αιώνα. Σ' αυτή την περίοδο αναδύεται στον ευρωπαϊκό κυρίως χώρο μια διεθνής αγορά όπου τα συμμετέχοντα κράτη ανταγωνίζονταν οικονομικά κατά τέτοιο τρόπο ώστε κανένα δεν κατάφερε να κυριαρχήσει πολιτικά - δεν κατάφερε δηλαδή να αντικαταστήσει τη λογική της ανοιχτής αγοράς με τη διοικητική λογική ενός γραφειοκρατικά οργανωμένου imperium. Κατά τον Wallerstein είναι ακριβώς η δυναμική του πρώτου αυτού παγκόσμιου συστήματος που εξηγεί γιατί η νεωτερικότητα πρωτοεμφανίστηκε στη Δύση και όχι σ' άλλες προηγμένες προβιομηχανικές κοινωνίες όπως η Κίνα.
Μια δεύτερη παγκοσμιοποίηση παρατηρούμε στην περίοδο 1860-1914, μια περίοδο που χαρακτηρίζεται από το άνοιγμα των διεθνών αγορών, την ελεύθερη διακίνηση των κεφαλαίων και την εποπτεία του ανοιχτού αυτού συστήματος από την ηγεμονεύουσα τότε Μ. Βρετανία. Με τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο οι ανοιχτές αγορές καταρρέουν, οι αντιμαχόμενες δυνάμεις υψώνουν τα εθνικά τείχη και ο οικονομικός προστατευτισμός κυριαρχεί στις διεθνείς συναλλαγές. Τέλος, στο τελευταίο τέταρτο του 20ού αιώνα βλέπουμε ξανά ένα νέο, απότομο άνοιγμα των αγορών, μια πρωτοφανή κινητικότητα του κεφαλαίου και τη διαμόρφωση ενός παγκόσμιου οικονομικού χώρου υπό την εποπτεία των ΗΠΑ αυτή τη φορά.
Αν συγκρίνουμε τώρα τα τρία παγκόσμια συστήματα που ανέφερα πιο πάνω, βλέπουμε ότι στο πρώτο (16ος-17ος αι.) το κέντρο βάρους παραμένει η παραδοσιακή κοινότητα - αφού ούτε το κράτος ούτε οι μηχανισμοί της παγκόσμιας αγοράς διεισδύουν την περιφέρεια μιας χώρας σε βαθμό που να μειώνουν σημαντικά τη σχετική αυτονομία του οικονομικού, πολιτικού, κοινωνικού και πολιτισμικού τοπικισμού που χαρακτήριζε όλες τις προνεωτερικές κοινωνίες. Με την παγκοσμιοποίηση του 1860-1914, το κέντρο βάρους μετατίθεται από το τοπικό στο κρατικό επίπεδο: το κράτος-έθνος, αντίθετα με τα προνεωτερικά κράτη, αποκτά τεχνολογίες και διοικητικά μέσα που του επιτρέπουν να διεισδύσει την περιφέρεια μιας επικράτειας αμβλύνοντας τους παραδοσιακούς τοπικισμούς και συγκεντρώνοντας όχι μόνο τα μέσα παραγωγής αλλά και τα μέσα κυριαρχίας και επιρροής στο εθνικό κέντρο. Εδώ έχουμε λιγότερο την τοπική και περισσότερο την κρατική αυτονομία, αφού οι παγκόσμιοι μηχανισμοί της αγοράς διεισδύουν μεν τον κρατικό χώρο αλλά όχι σε βαθμό που να αποδυναμώνουν σημαντικά τα εθνικά σύνορα - πράγμα το οποίο συμβαίνει στην τωρινή παγκοσμιοποίηση.
Πράγματι σήμερα το κέντρο βάρους μετατίθεται στο παγκόσμιο επίπεδο αφού οι πολυεθνικές εταιρείες διεισδύουν τον κρατικό και τοπικό χώρο σε βαθμό που ήταν αδιανόητος στις δύο προηγούμενες παγκοσμιοποιήσεις. Αν σκεφτεί κανείς πως μια πολυεθνική, όπως η Sony για παράδειγμα, έχει σήμερα παραρτήματα όχι μόνο στις πρωτεύουσες όλων σχεδόν των χωρών του πλανήτη αλλά και στις περισσότερες πόλεις κάθε χώρας, αντιλαμβάνεται τον βαθμό διεισδυτικότητας του παγκόσμιου κεφαλαίου.
Η τωρινή παγκοσμιοποίηση δεν έχει μόνο μια οικονομική αλλά και μια πολιτική, κοινωνική και πολιτισμική διάσταση. Αν στον οικονομικό χώρο οι πολυεθνικές εταιρείες είναι κυρίαρχες, στον πολιτικό τα κράτη-έθνη παραμένουν οι κύριοι παίκτες. Η θέση ότι σήμερα το κράτος-έθνος περιθωριοποιείται και ότι μακροπρόθεσμα θα εκλείψει δεν ευσταθεί. Πρόκειται περί μύθου. Το κράτος-έθνος χάνει λειτουργίες στο εσωτερικό της επικράτειας, αλλά αποκτά νέες λειτουργίες στην παγκόσμια αρένα. Και είναι ακριβώς γι' αυτόν τον λόγο που, στην ύστερη νεωτερικότητα, η κρατική μηχανή (σε ό,τι αφορά υλικούς και ανθρώπινους πόρους) δεν μικραίνει αλλά μεγαλώνει. Αρα αυτό που σταδιακά εκλείπει δεν είναι το κράτος αλλά ο κρατισμός: δηλαδή η ικανότητα των κρατικών ελίτ να ελέγχουν εντός των εθνικών συνόρων τις κινήσεις κεφαλαίων, την εγκληματικότητα, τις αυξανόμενες ανισότητες κτλ.
Περνώντας τώρα στον κοινωνικό χώρο, εδώ βλέπουμε τη σημαντική ανάπτυξη παγκόσμιων μη κυβερνητικών οργανώσεων, καθώς και νέων κινημάτων τύπου Σιάτλ και Γένοβας. Αυτού του τύπου οι οργανώσεις/κινήματα παρουσιάζουν ένα δυναμισμό που τα παραδοσιακά συνδικάτα και κόμματα έχουν απολέσει. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει πως, όπως πολλοί νομίζουν, τα πρώτα θα αντικαταστήσουν ή περιθωριοποιήσουν τα δεύτερα. Σημαίνει όμως πως μια συνεργασία επί ίσοις όροις μεταξύ των δύο θα μπορούσε να αναζωογονήσει το κοινωνικό και πολιτικό γίγνεσθαι σε εθνική και παγκόσμια κλίμακα.
Τέλος στον πολιτισμικό χώρο παρατηρούμε μια πρωτοφανή συγκέντρωση των ΜΜΕ στα χέρια ενός μικρού αριθμού μεγιστάνων (π.χ. Μέρντοκ) που επιβάλλουν μιαν άκρως καταναλωτική κουλτούρα - μια κουλτούρα που διαμορφώνει ταυτότητες και τρόπους ζωής σε πλανητικό επίπεδο.
Η τωρινή παγκοσμιοποίηση και λόγω του διεθνούς ανταγωνισμού και λόγω των νέων τεχνολογιών έχει οδηγήσει στην παραγωγή τεράστιου πλούτου. Ως γνωστόν αυτός ο πλούτος κατανέμεται κατά εξαιρετικά άνισο τρόπο. Οι εντεινόμενες ανισότητες, ενδοκρατικές και διακρατικές, έχουν οδηγήσει σε μια τερατώδη κατάσταση όπου λίγα άτομα, που δεν λογοδοτούν σε κανένα, κατέχουν πόρους οι οποίοι ξεπερνούν το εθνικό προϊόν μικρών τριτοκοσμικών χωρών.
Από την άλλη μεριά, αν οι πλούσιοι γίνονται συνεχώς πλουσιότεροι, οι απόλυτα φτωχοί δεν γίνονται φτωχότεροι. Λόγω της ραγδαίας ανάπτυξης της Κίνας και της Ινδίας το ποσοστό των ανθρώπων που ζουν κάτω από το όριο της απόλυτης φτώχειας αρχίζει να μειώνεται σημαντικά. Ετσι, ενώ το 1970 αυτό το ποσοστό ήταν 38%, το 1992 κατέβηκε στο 25% περίπου (βλ. Μ. Wolf, Why globalization works, 2004, σελ. 158-163). Αρα η αριστερή θέση ότι ο παραγόμενος παγκόσμιος πλούτος δεν διαχέεται καθόλου προς τη βάση της κοινωνικής πυραμίδας δεν ευσταθεί. Βέβαια σε χώρες (κυρίως αφρικανικές) που δεν διαθέτουν κατάλληλες υποδομές παρατηρούμε μείωση παρά αύξηση της απόλυτης φτώχειας. Επιπλέον δεν υπάρχει αμφιβολία ότι στις σημερινές τεχνολογικές συνθήκες ένα λιγότερο νεο-φιλελεύθερο, πιο σοσιαλδημοκρατικό σύστημα παγκόσμιας διακυβέρνησης θα μπορούσε να εξαλείψει παντελώς το φαινόμενο της απόλυτης φτώχειας, δηλαδή την κατάσταση όπου ένα σημαντικό ποσοστό του πληθυσμού της Γης ζει σε συνθήκες υποσιτισμού, έλλειψης καθαρού νερού, μεγάλης παιδικής θνησιμότητας και πολύ χαμηλού προσδοκώμενου ορίου ζωής.
Η (πονηρή) φυγή του κεφαλαίου
Πώς εξηγείται η παραπάνω θλιβερή κατάσταση; Στις απαρχές της εκβιομηχάνισης υπήρχε μια ανισορροπία μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας. Η εργατική τάξη δεν ήταν οργανωμένη, ενώ το κράτος έπαιζε απλά τον ρόλο του «νυχτοφύλακα». Ως γνωστόν, αυτή η ανισορροπία οδήγησε στην απόλυτη εξαθλίωση μιας σημαντικής μερίδας του εργατικού δυναμικού. Στη συνέχεια όμως λόγω της ανάπτυξης μαζικών συνδικάτων και φιλεργατικών κομμάτων παρατηρούμε μια ισορροπία μεταξύ εργασίας και εργοδοσίας. Αυτό οδήγησε, στις αναπτυγμένες δυτικοευρωπαϊκές κοινωνίες, στο κράτος πρόνοιας και στην καλυτέρευση των συνθηκών εργασίας. Σήμερα όμως μια νέα ανισορροπία εμφανίζεται - σε παγκόσμια κλίμακα αυτή τη φορά. Λόγω της πρωτοφανούς κινητικότητας του κεφαλαίου, κάθε προσπάθεια σοβαρής ανακατανομής καθώς και επιβολής περιοριστικών μέτρων οδηγεί στη φυγή του κεφαλαίου σε χώρες όπου τα συνδικάτα είναι αδύναμα, η εργασία φτηνή και η κρατική προστασία των εργαζομένων ανύπαρκτη.
Αυτή η νέα βαρβαρότητα δεν μπορεί να αντιμετωπισθεί σε εθνικό επίπεδο. Ούτε μπορεί να ξεπεραστεί με στρατηγικές αντι-παγκοσμιοποίησης. Στο επίπεδο των τεχνολογικών εξελίξεων η παγκοσμιοποίηση δεν μπορεί να ανατραπεί ή να σταματήσει. Στο επίπεδο όμως του ελέγχου των νέων τεχνολογιών, των νέων παραγωγικών δυνάμεων, το ισχύον νεο-φιλελεύθερο status quo (το περίφημο Washington Consesus / συναίνεση της Ουάσιγκτον) μπορεί και πρέπει να αλλάξει. Μπορεί και πρέπει να επιτευχθεί μια νέα παγκόσμια ισορροπία μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας - μια ισορροπία βασισμένη σε μια σοσιαλδημοκρατικού τύπου διακυβέρνηση του πλανήτη. Μια διακυβέρνηση που θα πετύχει σε παγκόσμια κλίμακα αυτό που οι δυτικοευρωπαϊκές κοινωνίες πέτυχαν σε εθνικό επίπεδο κατά την περίοδο της λεγομένης «χρυσής εποχής της σοσιαλδημοκρατίας» (1945-1970): δηλαδή το πάντρεμα της παραγωγικότητας/ανταγωνιστικότητας στον οικονομικό χώρο, της κοινωνικής συνοχής στον κοινωνικό χώρο και της δημοκρατίας στον πολιτικό χώρο.
Το πέρασμα από το σημερινό μονοπολικό σε ένα πολυπολικό σύστημα όπου οι ανερχόμενες δυνάμεις της Κίνας, της Ινδίας, της ΕΕ θα έχουν φωνή ως προς τον τρόπο διακυβέρνησης του πλανήτη είναι μια αναγκαία αν όχι και ικανή προϋπόθεση για τον εξανθρωπισμό του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος.
Ο κ. Νίκος Μουζέλης είναι ομότιμος καθηγητής Κοινωνιολογίας στην LSE.